ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ

Συμβουλές για την αντιμετώπιση του άγχους από τον Ψυχίατρο Π. Γαβριλάκη!

Κατ’ αρχήν αν το άγχος διαρκεί πάνω από μερικές εβδομάδες ή δημιουργεί σημαντικό πρόβλημα στην καθημερινότητα σας ή σας ταλαιπωρεί ιδιαίτερα, θα πρέπει να επισκεφτείτε ειδικό. Ο μόνος ειδικός σ’ αυτήν την περίπτωση είναι ο ψυχίατρος, ο οποίος μπορεί με ασφάλεια να σας πει αν το άγχος σας κρύβει κάποια σοβαρή ψυχική νόσο και σε κάθε περίπτωση, πέρα από τη διάγνωση, να σας προτείνει μια ασφαλή, αποτελεσματική και επιστημονικά τεκμηριωμένη θεραπεία. Ένας επιπλέον λόγος για να επισκεφτείτε ψυχίατρο όταν συντρέχουν οι παραπάνω λόγοι, είναι ότι το άγχος μπορεί να είναι σύμπτωμα κάποιας σωματικής νόσου,  ή αποτέλεσμα φαρμάκων που παίρνετε για άλλο λόγο και μόνο ο ψυχίατρος μπορεί να σας κατευθύνει στον ή στους κατάλληλους ιατρούς άλλων ειδικοτήτων, για την ολοκλήρωση της διαγνωστικής διαδικασίας. 

Τέλος, ο ψυχίατρος σε καμία περίπτωση δεν «καταργεί» τον ψυχολόγο και επίσης, οφείλει να παραπέμπει τους ασθενείς του για ψυχοθεραπεία σε ψυχολόγο ή άλλο ψυχίατρο, αν για οποιονδήποτε λόγο δεν μπορεί να τους αναλάβει και φυσικά να συνιστά συνέχιση της ψυχοθεραπείας, εφόσον έχει ήδη ξεκινήσει ο ασθενής με κάποιον άλλο ειδικό ψυχικής υγείας.

Τώρα, εφόσον το άγχος είναι περιστασιακό ή δεν είναι πολύ έντονο και δεν να σας ταλαιπωρεί και/ή δυσκολεύει ιδιαίτερα στην καθημερινότητά σας, οι παρακάτω συμβουλές μπορούν να σας βοηθήσουν στην αντιμετώπισή του:

  • Μην κάνετε περισσότερα πράγματα από όσα μπορείτε στη δουλειά και στο σπίτι!

Πολλές φορές αναλαμβάνουμε περισσότερες ευθύνες, εργασίες ή και υποχρεώσεις από αυτές που μπορούμε να διεκπεραιώσουμε, με αποτέλεσμα να «καταπιεζόμαστε» ψυχικά. Αυτή η «ψυχική καταπόνηση», το «στρες»  σχεδόν πάντα προκαλεί ή επιδεινώνει το άγχος μας. Η λύση είναι απλή: πρέπει να μάθουμε να λέμε και «ΟΧΙ» σε μερικά πράγματα και να δούμε τι πραγματικά μπορούμε να καταφέρουμε με τις δυνάμεις και το χρόνο που διαθέτουμε και να μην αναλαμβάνουμε τίποτε περισσότερο.

  • Βρείτε χρόνο για τον εαυτό σας και κάνετε αυτά που σας ευχαριστούν!

Η σύγχρονη ζωή είναι γεμάτη από υποχρεώσεις και πίεση χρόνου που μας κάνει πολλές φορές να ξεχνάμε τον εαυτό μας. Όπως λέει και η λαϊκή παροιμία «η πολύ δουλειά τρώει τον αφέντη», έτσι αν αφιερώνετε όλο το χρόνο σας στη δουλειά και σε υποχρεώσεις, δεν θα είναι περίεργο κάποια στιγμή να αρχίσετε να ταλαιπωρήστε από άγχος. Είναι γεγονός ότι ακόμα και 1 ώρα την ημέρα να αφιερώσετε στον εαυτό σας, κάνοντας αυτό που σας ευχαριστεί, θα σας βοηθήσει να αισθανθείτε καλύτερα.

  • Προσέξτε με την κατανάλωση καφέ και άλλων διεγερτικών!

Ενώ αναμφίβολα ο καφές μπορεί να μας ξυπνήσει και έχει ευεργετικές ιδιότητες, όταν έχετε άγχος η αυξημένη κατανάλωση καφέ θα το επιδεινώσει και μάλιστα το ίδιο μπορεί να συμβεί, αν κάποιος καταναλώνει τσάι ή άλλα διεγερτικά ποτά (καφεϊνούχα αναψυκτικά ή energy drinks) σε μεγάλη ποσότητα. Πολλές φορές το άγχος μπορεί να είναι αποτέλεσμα αυτής της «κατάχρησης καφεΐνης». Αν έχετε άγχος, μην πίνετε πάνω από 1 καφέ την ημέρα και αντικαταστήστε τα υπόλοιπα ποτά με πράσινο τσάι, το οποίο περιέχει και το αμινοξύ L-Theanine που έχει παρόμοια (άλλα πολύ ηπιότερη) δράση με τα αγχολυτικά φάρμακα και μπορεί να σας ανακουφίσει από το άγχος.

  • Αποφύγετε την κατανάλωση αλκοόλ!

Αν έχετε άγχος μικρή ποσότητα αλκοόλ μπορεί προσωρινά να σας ανακουφίσει από αυτό, αλλά μεγάλη ποσότητα ή καθημερινή του χρήση, μπορεί όχι μόνο να επιδεινώσει προϋπάρχων άγχος, αλλά να σας δημιουργήσει άγχος, ακόμα και να σας προκαλέσει κάποια πιο σοβαρή αγχώδη διαταραχή. Το αλκοόλ δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε καμία περίπτωση ως «αγχολυτικό» όχι μόνο γιατί δεν είναι, αλλά γιατί πέρα από την επιδείνωση του άγχους, θα σας δημιουργήσει πολλά περισσότερα προβλήματα στην ψυχική, αλλά και σωματική σας υγεία.

  • Εφαρμόστε την προοδευτική μυική χαλάρωση!

Η προοδευτική μυική χαλάρωση είναι μια τεχνική με τη βοήθεια της όποιας, σταδιακά όλοι οι μύες του σώματος σφίγγουν και μετά χαλαρώνουν. Τη μέθοδο αυτή μπορείτε να την εφαρμόσετε ξεκινώντας από το κεφάλι και καταλήγοντας στα πόδια ή και αντίστροφα. Αρχίστε να σφίγγετε και μετά να χαλαρώνετε έναν-έναν όλους τους μύες του σώματος, ξεκινώντας από το μέτωπο, τους μυς των ματιών, του σαγονιού, του λαιμού, των ώμων, της ωμοπλάτης και συνεχίστε μέχρι τα πέλματα. Κρατήστε κάθε ομάδα μυών σφιγμένη για 5 δευτερόλεπτα και χαλαρή για 10-15 δευτερόλεπτα, επαναλαμβάνοντας την άσκηση.  

  • Εφαρμόστε την ελεγχόμενη αναπνοή! 

Πρόκειται για μια ακόμα τεχνική χαλάρωσης. Αρχίστε μια εισπνοή μετρώντας αργά μέχρι το 4 και μετά εκπνεύστε αργά μετρώντας πάλι μέχρι το 4. Συνεχίστε με αυτό το ρυθμό για 4 λεπτά και θα νιώσετε πιο χαλαροί!

  • Απόσπαση προσοχής!

Αυτή είναι άλλη μία τεχνική για ανακούφιση του άγχους. Αυτό που πρέπει να κάνετε είναι να εστιάζεται την προσοχή σας σε άλλες δραστηριότητες ή σκέψεις,  άσχετες με τις αρνητικές σκέψεις του άγχους που συμβάλλουν στη δημιουργία αρνητικών συναισθημάτων. Όσο περισσότερη προσοχή δίνετε στις δραστηριότητες ή σκέψεις που σας αποσπούν την προσοχή, τόσο λιγότερο άγχος θα νιώθετε. Ένας τρόπος να το κάνετε αυτό, είναι να αρχίσετε να μετράτε αντίστροφα από το 1000 αφαιρώντας 7 ή 3 κάθε φορά: 1000, 993, 986, 979, 972…κ.τ.λ. Ένας άλλος τρόπος, είναι να επικεντρώσετε την προσοχή σας στο μέτρημα των κόκκινων αυτοκινήτων που περνάνε από μπροστά σας.
  • Μοιραστείτε τα προβλήματά σας με δικούς σας ανθρώπους!

Όταν τα κρατάμε όλα μέσα μας, είναι δεδομένο ότι η ψυχική μας επιβάρυνση θα είναι μεγαλύτερη. Πέρα από την προσωρινή ανακούφιση που νιώθουμε όταν μοιραζόμαστε τα προβλήματά μας με τους δικούς μας ανθρώπους, μπορεί να μας βοηθήσουν και πρακτικά στη λύση τους.

Εξάρτηση από τα ψυχιατρικά φάρμακα - Π. Γαβριλάκης - Ψυχίατρος 

Εξάρτηση προκαλεί μόνο μια συγκεκριμένη κατηγορία φαρμάκων που λέγονται βενζοδιαζεπίνες και είναι τα γνωστά σε όλους αγχολυτικά, όπως η λοραζεπάμη, η βρωμαζεπάμη, η αλπραζολάμη και άλλα. Οι εμπορικές ονομασίες για ευνόητους λόγους δεν αναφέρονται σ’ αυτό το άρθρο, αλλά πρόκειται για φάρμακα ευρείας κατανάλωσης, τις εμπορικές ονομασίες των οποίων θα γνωρίζει σίγουρα ο γιατρός σας. Εθισμό προκαλούν επίσης και ορισμένα υπνωτικά, που δρουν στους ίδιους υποδοχείς στον εγκέφαλο με τα παραπάνω, όπως η ζολπιδέμη και η ζοπικλόνη, που επίσης χορηγούνται κατά κόρον από ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων. ΚΑΝΕΝΑ άλλο ψυχιατρικό φάρμακο δεν προκαλεί εξάρτηση, χωρίς αυτό να σημαίνει βέβαια, ότι μπορούν να διακοπούν άμεσα και χωρίς ιατρική παρακολούθηση. Είναι σημαντικό όμως να τονίσουμε, ότι ακόμα και τα πιο «βαριά» ψυχιατρικά φάρμακα δεν προκαλούν εθισμό και μπορεί να διακοπούν με ευκολία όταν αυτό κριθεί απαραίτητο από το γιατρό σας.

Ας επιστρέψουμε τώρα στα αγχολυτικά (τις βενζοδιαζεπίνες) και τα υπνωτικά...

Τα φάρμακα αυτά πρέπει να χορηγούνται για όσο το δυνατόν λιγότερες ημέρες και σίγουρα όχι περισσότερο από μερικές εβδομάδες, μέχρι να δράσουν τα ενδεδειγμένα για τη θεραπεία της συγκεκριμένης ψυχικής νόσου φάρμακα, όπως π.χ. τα αντικαταθλιπτικά. Ο εθισμός σε αυτά τα αγχολυτικά μπορεί να γίνει και με σχετικά μικρές δόσεις, αν τα λαμβάνει κανείς για περίπου 2 μήνες, αλλά συνήθως απαιτεί μεγάλες δόσεις, που βέβαια δεν είναι σπάνιο φαινόμενο.

Ένα από τα πιο συχνά συνταγογραφούμενα από αυτά, η αλπραζολάμη τυχαίνει να είναι και από τα πιο εθιστικά. Πρόκειται επίσης, για μία από τις πιο ισχυρές βενζοδιαζεπίνες, δηλαδή από τα πιο βαριά φάρμακα αυτού του είδους και έχει και πολύ μικρή ημιζωή (δηλαδή βραχεία δράση) που σημαίνει ότι προκαλεί εύκολα ανοχή, έτσι ώστε ο ασθενής να χρειάζεται συνεχώς όλο και μεγαλύτερη δόση για να έχει το ίδιο αποτέλεσμα και τελικά να εθίζεται σ’ αυτό. Ένα άλλο αρνητικό που έχει, είναι ότι επειδή έχει μικρής διάρκειας δράση, το άγχος μπορεί να επανεμφανιστεί σε χειρότερη μορφή. Αυτό το φαινόμενο είναι πιο πιθανό να συμβεί και να έχει πιο έντονη μορφή σε αυτούς που λαμβάνουν μεγαλύτερες δόσεις και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και ονομάζεται στη διεθνή βιβλιογραφία “rebound anxiety” δηλώνοντας το άγχος, που ανακάμπτει δριμύτερο. Αυτό φυσικά μπορεί να κάνει και την ανάγκη κάποιου για την αλπραζολάμη πιο έντονη για να «θεραπεύσει» το άγχος που η ίδια επιδείνωσε και συμβάλλει μ’ αυτόν τον τρόπο στον εθισμό του.

Η απεξάρτηση από αυτό το φάρμακο είναι πολύ δύσκολη και απαιτεί τακτική ψυχιατρική παρακολούθηση. Όσον αφορά στην αντιστοίχιση της δόσης της αλπραζολάμης με άλλα φάρμακα: το 0.5 mg αλπραζολάμης αντιστοιχούν σε 5-6 mg βρωμαζεπάμης (ένα φάρμακο που χρησιμοποιεί κατά διαστήματα το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού). Δηλαδή, κάποιος που παίρνει 2 mg αλπραζολάμης την ημέρα είναι σαν να παίρνει τη γιγάντια δόση των 20-24 mg βρωμαζεπάμης την ημέρα! Αυτή η γνώση για την αντιστοίχιση των δόσεων αυτών των φαρμάκων είναι διαθέσιμη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Την τελευταία δεκαετία, πέραν από τα βιβλία της Ψυχιατρικής, μπορεί οποιοσδήποτε να βρει το σχετικό πίνακα κάνοντας μια απλή αναζήτηση στο internet.

Το ίδιο συμβαίνει και με τα υπνωτικά που αναφέρονται παραπάνω, τα οποία προκαλούν επίσης εξάρτηση και ανοχή με αποτέλεσμα μετά από κάποιο καιρό είτε να χρειάζεται ο ασθενής μεγαλύτερη δόση για να πετύχει το ίδιο αποτέλεσμα, είτε μετά τη διακοπή τους να επανεμφανίζεται η αϋπνία σε πιο σοβαρή μορφή, ένα φαινόμενο που στη διεθνή βιβλιογραφία αναφέρεται ως “rebound insomnia”, δηλαδή αϋπνία που επανέρχεται δριμύτερη μετά τη διακοπή του φαρμάκου.

Σήμερα δεν υπάρχει λόγος χορήγησης εθιστικών φαρμάκων για την αϋπνία, γιατί υπάρχουν στην ψυχιατρική απολύτως ασφαλή και αποτελεσματικά φάρμακα, τα οποία δεν προκαλούν εθισμό.

Διαφορά μεταξύ ψυχολόγου και ψυχιάτρου & επίπεδο συνεργασίας τους - Γαβριλάκης Πολύδωρος - Ψυχίατρος

Κατ’ αρχήν η βασική διαφορά είναι ότι ο ψυχίατρος είναι ιατρός και μάλιστα ο μοναδικός ειδικός για τη διάγνωση και θεραπευτική αντιμετώπιση της ψυχικής νόσου. Δηλαδή είναι ο μόνος που μπορεί να πει με ασφάλεια, αν κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει ένας άνθρωπος ή κάποια συμπτώματα, αποτελούν μέρος μιας ψυχικής νόσου ή όχι. Ο ψυχολόγος είναι ο επιστήμονας που εφαρμόζει μία ψυχολογικού τύπου θεραπεία, που λέγεται ψυχοθεραπεία και απαιτείται συνήθως μεταπτυχιακή εκπαίδευση πάνω σε ένα ή περισσότερα είδη ψυχοθεραπείας, γιατί αυτή η εκπαίδευση δεν παρέχεται στη σχολή της ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο. Ο ψυχίατρος στα πλαίσια της ειδικότητάς του οφείλει να έχει εκπαιδευτεί και στην ψυχοθεραπεία, αλλά μετά την ειδικότητα μπορεί να ασχολείται ή και να μην ασχολείται με αυτήν  Και οι δύο είναι επαγγελματίες ψυχικής υγείας που θα πρέπει να συνεργάζονται για το καλό του ασθενούς.

Έτσι, ο σωστός ψυχίατρος θα πρέπει να ενισχύει τη θεραπευτική σχέση που έχει κάποιος ασθενής με έναν ψυχολόγο και να του συνιστά να συνεχίσει τη θεραπεία, να προτείνει την ψυχοθεραπεία όταν αυτή ενδείκνυται, αλλά και να παραπέμπει τους ασθενείς του για ψυχοθεραπεία. Ακόμα και εάν ασχολείται με ψυχοθεραπεία, θα πρέπει να παραπέμπει τους ασθενείς του σε άλλο ψυχίατρο ή ψυχολόγο, εφόσον ο ίδιος δεν εφαρμόζει και δεν είναι επαρκώς εκπαιδευμένος στον τύπο της ψυχοθεραπείας που θα ήταν καλύτερη για αυτούς.

Ο σωστός ψυχολόγος θα πρέπει επίσης, να παραπέμπει τον ασθενή του για ψυχιατρική εκτίμηση για να αποκλειστεί κάποια σοβαρή ψυχική διαταραχή, αλλά και να λάβει μία διάγνωση και ένα θεραπευτικό πλάνο. Όλοι οι ασθενείς είτε πάσχουν από σωματικό ή ψυχικό νόσημα ή έχουν απλώς κάποια συμπτώματα, έχουν δικαίωμα σε μία διάγνωση και ένα επιστημονικά τεκμηριωμένο θεραπευτικό πλάνο από έναν ειδικευμένο ιατρό. Στην περίπτωση τη δική μας η διάγνωση πολλές φορές μπορεί να είναι κάποια ήπια ψυχική νόσος, της οποίας η κύρια θεραπευτική αντιμετώπιση μπορεί να είναι η ψυχοθεραπεία και η σύσταση του σωστού ψυχιάτρου θα πρέπει να είναι να συνεχίσει ο ασθενής την ψυχοθεραπεία με το θεραπευτή με τον οποίο έχει ήδη ξεκινήσει, εφόσον αυτό επιθυμεί και ο ίδιος.

Η επιλογή ψυχοθεραπευτή (ψυχολόγου ή ψυχιάτρου) είναι μία προσωπική υπόθεση και σίγουρα έχει να κάνει και με το τι ταιριάζει στον καθένα. Στην ψυχοθεραπεία υπάρχουν πολλές διαφορετικές «σχολές» και δεν μπορούμε να πούμε ποια είναι καλύτερη ή χειρότερη, αν και σε πολλές περιπτώσεις ασθενείς θα έχουν περισσότερο όφελος από ένα συγκεκριμένο τύπο ψυχοθεραπείας σε σχέση με άλλους.

Η επιστημονικά τεκμηριωμένη ψυχιατρική διάγνωση και το θεραπευτικό πλάνο δεν είναι θέμα προσωπικής επιλογής ή άποψης. Σε αυτά τα πλαίσια όταν ο ψυχίατρος είναι επαρκώς ενημερωμένος και ασκεί την ψυχιατρική σύμφωνα με τα τελευταία επιστημονικά δεδομένα, με γνώμονα πάντα το συμφέρον του ασθενούς, οφείλει να συστήνει το είδος της ψυχοθεραπείας, ασχέτως αν το εφαρμόζει ή όχι, το οποίο έχει επίσημη ένδειξη διεθνώς ως μονοθεραπεία ή συμπληρωματική θεραπεία για το ψυχικό νόσημα από το οποίο πάσχει κάθε ασθενής του. Σε περίπτωση που δεν συμβαίνει αυτό και είτε ο ασθενής έχει μία ήπια ψυχική νόσο ή απλώς κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα και δεν υπάρχει επίσημη ένδειξη για συγκεκριμένο είδος ψυχοθεραπείας, οφείλει ως ιατρός να προτείνει το είδος της ψυχοθεραπείας που θα βοηθήσει περισσότερο τον ασθενή του, ασχέτως αν την εφαρμόζει ο ίδιος ή συνεργάτες του.

Το συμπέρασμα λοιπόν είναι ότι, όταν η παραπομπή ενός ασθενούς από τον ψυχίατρο στον ψυχολόγο ή αντίστροφα γίνεται με γνώμονα το συμφέρον του ασθενούς, και ΜΟΝΟ αυτό, δεν έχει τίποτα να φοβηθεί ο επαγγελματίας ψυχικής υγείας. Και αυτό πέρα από το αυτονόητο όφελος του ασθενούς, λειτουργεί ακόμα πιο θετικά και για τον ίδιο, ενισχύοντας την εμπιστοσύνη των ασθενών σε αυτόν.

Πρέπει πάντα να επισκέπτεται κάποιος ψυχίατρο;  - Γαβριλάκης Πολύδωρος - Ψυχίατρος

Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα είναι «όχι, δεν είναι υποχρεωτικό». Δηλαδή αν κάποιος αντιμετωπίζει ένα ήπιο πρόβλημα ψυχικής υγείας ή απλώς ένα ψυχολογικό πρόβλημα και δεν πληροί τα κριτήρια για καμία ψυχική νόσο, μπορεί εφόσον δεν έχει καταφέρει να λύσει το πρόβλημα μόνος του, να βρει λύση σ’ αυτό κάνοντας ψυχοθεραπεία με έναν ψυχολόγο, χωρίς ποτέ να επισκεφθεί ψυχίατρο, όπως μπορεί και κάποιος με ένα απλό βήχα να γίνει καλά χωρίς να επισκεφθεί ιατρό. Αλλά και στις δύο περιπτώσεις, η επίσκεψη στον ειδικό ιατρό θα αποκλείσει κάποια πιο σοβαρή νόσο, είτε σωματική είτε ψυχική και θα παρέχει την απαραίτητη βοήθεια για την αντιμετώπισή της, εφόσον υπάρχει.

Ο ψυχίατρος είναι ο ΜΟΝΟΣ ειδικός ιατρός που έχει την απαραίτητη γνώση και εμπειρία για να διαγνώσει αν τα συμπτώματα ή τα ψυχολογικά προβλήματα του ασθενούς αποτελούν μέρος μιας ήπιας ή σοβαρής ψυχικής νόσου, αλλά και ο ΜΟΝΟΣ ειδικός για να διαμορφώσει ένα ασφαλές, εξατομικευμένο και επιστημονικά τεκμηριωμένο θεραπευτικό πλάνο για τον κάθε ασθενή.

Τα πάντα είναι θέμα επιλογής, θέμα επιλογής του ασθενούς αλλά και του ψυχολόγου στην περίπτωση της ψυχικής υγείας.

Ο μεν πρώτος κάνει μια επιλογή για την υγεία του, που μπορεί να βγει σωστή και πράγματι να μην χρειαζόταν να πάει σε ψυχίατρο και επίσης, πολλές φορές μπορεί η επιλογή του ψυχολόγου να ήταν σωστή και να μην χρειαζόταν ιατρός. Εδώ όλα είναι θέμα κόστους-οφέλους και επειδή το κόστος σε χρόνο και σε χρήμα για μια επίσκεψη στον ψυχίατρο είναι πολύ μικρότερο από το όφελος του ασθενούς, δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από μία επίσκεψη στο γιατρό. Έτσι, όχι μόνο μπορεί να προλάβει ο ασθενής και η οικογένειά του τα χειρότερα, αλλά ακόμα και να σωθεί η ίδια του η ζωή με μια έγκαιρη επίσκεψη σε ψυχίατρο και από την άλλη, ο ψυχολόγος μπορεί να έχει και το κεφάλι του ήσυχο «μεταθέτοντας» την ευθύνη στον ψυχίατρο για ότι «στραβό» συμβεί.
Video